Η τριτοβάθμια εκπαίδευση βλάπτει σοβαρά την ψυχική υγεία

Η εφημερίδα The Guardian έκανε μια έρευνα σχετικά με την πιθανή σύνδεση ψυχικών διαταραχών (άγχος, κατάθλιψη, διατροφικές διαταραχές, κρίσεις πανικού κτλ.) με την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στην έρευνα αυτή έλαβαν μέρος πάνω από 2.500 άτομα (υποψήφιοι διδάκτορες, ερευνητές, διδακτικό και διοικητικό προσωπικό), από τη Μ. Βρετανία και το εξωτερικό. Τα αποτελέσματα είναι ενδιαφέροντα αλλά και ανησυχητικά.

Τα 2/3 αυτών που απάντησαν στην έρευνα συνδέουν άμεσα το πρόβλημα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζουν με την πανεπιστημιακή τους εργασία. Μάλιστα, οι επίκουροι και όσοι κυμαίνονται μεταξύ 55 και 64 ετών θεωρούν πιο βέβαιη τη σύνδεση αυτήν. Οι περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες θέτουν ως αιτία τον υπερβολικό φόρτο εργασίας, ενώ άλλος σημαντικός παράγοντας είναι η έλλειψη υποστήριξης (44%). Επίσης όσοι είναι άνω των 45 ετών δήλωσαν πως καταλυτικός παράγοντας για την ψυχική τους υγεία είναι οι παράλογες απαιτήσεις που τίθενται από τη διοίκηση.

Λίγο λιγότεροι από τους μισούς δηλώνουν ότι αισθάνονται απομονωμένοι. Το συναίσθημα αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο στους υποψήφιους διδάκτορες (64%) και εκείνους μεταξύ 18 και 34 ετών. Άλλοι θέτουν θέματα όπως η ύπαρξη μιας «κουλτούρας εκφοβισμού», οι πολλές ώρες εργασίας, η εργασιακή ανασφάλεια, ενώ πάνω από το ένα τρίτο εκείνων που βρίσκονται μεταξύ 25 και 34 ετών θέτει ζήτημα πίεσης για δημοσιεύσεις.

Η Rosie Miles, επίκουρη καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Wolverhampton σημειώνει: «Απλώς δεν είναι δυνατόν να κάνει κανείς αποτελεσματική έρευνα, να διδάσκει καλά, να ασχολείται με ατελείωτες διοικητικές απαιτήσεις, με αναζήτηση επιχορηγήσεων, να είναι διαρκώς διαθέσιμος για τους φοιτητές, να διορθώνει (συχνά πάρα πολλά) γραπτά και να έχει κάποιο λογικό ποσοστό εργασίας και προσωπικής ζωής».

Η Sully Hunt γενική γραμματέας της UCU αναφέρει σχετικά: «Με περικοπές στη χρηματοδότηση, αυξημένο εργασιακό βάρος, αυξανόμενες απαιτήσεις από τους φοιτητές και τους γονείς που πληρώνουν περισσότερα για την εκπαίδευσή τους, η κατάσταση είναι πιθανό να χειροτερεύσει».

Αυτό που έχει επιπλέον ενδιαφέρον, είναι ότι το 61% των ερωτηθέντων δηλώνει πως έχει κρατήσει κρυφό από τους συναδέλφους του το ότι υποφέρει από κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα. Μάλιστα, το 66% λέει πως δεν έχει καν ενημερώσει τον προϊστάμενό του σχετικά με το πρόβλημα που αντιμετωπίζει, ενώ το ένα τρίτο από όσους έχουν δηλώσει πως υποφέρουν από κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα δεν έχει ζητήσει επαγγελματική βοήθεια! Εδώ υπάρχει διαφοροποίηση ανάλογα με το φύλο, καθώς το 59% των ανδρών έχει ζητήσει επαγγελματική βοήθεια, έναντι 68% των γυναικών.

Ως προς τα συχνότερα προβλήματα που έχουν εμφανιστεί, αυτά είναι: άγχος (83%), κατάθλιψη (75%), κρίσεις πανικού (42%). Ένα μικρό ποσοστό (15%) δηλώνει διατροφικές διαταραχές, ενώ ένα 11% αναφέρει πως έχει βλάψει τον εαυτό του. 

Σίγουρα θα ήταν μεθοδολογικό σφάλμα να επιχειρηθεί η όποια άμεση αναγωγή των αποτελεσμάτων της έρευνας του The Guardian στην αντίστοιχη ελληνική πραγματικότητα. Ωστόσο, είναι προς σοβαρό προβληματισμό, αν μάλιστα ληφθούν υπόψη οι αλλαγές που έχουν δρομολογηθεί τους τελευταίους μήνες στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (π.χ. διαθεσιμότητα/απόλυση διοικητικού προσωπικού), αλλά και το δημοσίευμα του Economist, σύμφωνα με το οποίο η χώρα μας κατέχει την τελευταία θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ στο χώρο της εκπαίδευσης. Το τελευταίο, μάλιστα, εγείρει θέματα ευθυνών και, συνακόλουθα, επιπλέον υποχρεώσεων από το ακαδημαϊκό προσωπικό –στο μέτρο πάντα που του αναλογούν– ή, με άλλα λόγια, επιπρόσθετης ψυχολογικής πίεσης. 

 

Μιχάλης Κατσιμίτσης, PhD

 

Προγράμματα e-Learning

 Uoa Gifts shop