
Μία από τις συνέπειες της κρίσης που διανύουμε αποτελεί η ανάγκη για μετανάστευση μεγάλου μέρους του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού για εξεύρεση εργασίας. Το φαινόμενο, βέβαια, δεν είναι νέο: Η Ελλάδα, αδυνατώντας να απασχολήσει το σύνολο του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού της, έχει γνωρίσει στο παρελθόν μεγάλα κύματα μεταναστευτικής φυγής προς χώρες που προσέφεραν καλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης: Στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα τον κυριότερο προορισμό μετανάστευσης αποτελούσαν οι ΗΠΑ και η Αυστραλία. Στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες το μεταναστευτικό ρεύμα προς τις χώρες αυτές συνεχίστηκε, ενώ στη συνέχεια η σταδιακή ανοικοδόμηση και η οικονομική ανόρθωση της Ευρώπης κατέστησε δημοφιλέστερους προορισμούς τη Δυτική Γερμανία και το Βέλγιο. Και ενώ την περίοδο εκείνη οι Έλληνες μετανάστες προσέφεραν, κατά κύριο λόγο, ανειδίκευτη, χειρονακτική εργασία, σήμερα αρχίζουν να διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις φυγής για το ποιοτικότερο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας· φυγής του ανθρώπινου κεφαλαίου που το κόστος για τη δημιουργία του έχει επωμιστεί η ελληνική κοινωνία.
Αρκεί να συνομιλήσει κανείς με μικρό αριθμό φοιτητών στα τελευταία έτη σπουδών τους σε αναγνωρισμένα τμήματα ελληνικών ΑΕΙ για να αντιληφθεί την τάση που έχει διαμορφωθεί: Οι περισσότεροι τελειόφοιτοι, που φιλοδοξούν να συνεχίσουν τις σπουδές του (για την απόκτηση μεταπτυχιακού ή/και διδακτορικού διπλώματος) στο εξωτερικό, προκρίνουν την εκεί αναζήτηση εργασίας. Βέβαια η αναζήτηση σπουδών στο εξωτερικό δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Τα τελευταία χρόνια, όμως, όλο και περισσότεροι απόφοιτοι των δημοφιλέστερων τμημάτων των ελληνικών πανεπιστημίων επιλέγουν προγράμματα σπουδών με γνώμονα τη δυνατότητα επαγγελματικής σταδιοδρομίας στο εξωτερικό. Φυσικά μια τέτοια επιλογή δεν είναι παράλογη: Τη στιγμή που η ανεργία των νέων στην Ελλάδα απαξιώνει την επένδυση των σπουδών τους, χώρες της βόρειας Ευρώπης (π.χ. Γερμανία και Ολλανδία, όπου το συνολικό επίπεδο ανεργίας δεν ξεπερνά το 5,5%) προσφέρουν εναλλακτικές προοπτικές που καθιστούν τις επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο περισσότερο ελκυστικές!

Είναι ενδεικτικό πως πέρα από τους παραδοσιακούς προορισμούς αναζήτησης εργασίας στο εξωτερικό (κατά κύριο λόγο στη Δυτική Ευρώπη), ολοένα και περισσότεροι σήμερα εξετάζουν το ενδεχόμενο απασχόλησης σε περιοχές της Μέσης Ανατολής (Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ κ.λπ.) όπου η αξιοποίηση του διαθέσιμου ορυκτού πλούτου επιτρέπει την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης. Φυσικά το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία. Είναι ίσως περισσότερο χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Πορτογαλίας, όπου η τάση φυγής επικεντρώνεται στις πρώην αποικίες της χώρας, οι οποίες διατηρούν από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στον κόσμο.
Τη στιγμή που το ποιοτικότερο μέρος του ελληνικού ανθρώπινου κεφαλαίου κατευθύνεται προς προορισμούς με υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, η Ελλάδα αποτελεί πόλο έλξης ενός μεταναστευτικού ρεύματος χαμηλότερου εκπαιδευτικού επιπέδου και επαγγελματικής εξειδίκευσης. Στο Διάγραμμα 1, παρακάτω, προκύπτει πως το εκπαιδευτικό επίπεδο του ανθρώπινου δυναμικού (στη δυναμικότερη ηλικιακή ομάδα, 30 έως 34 ετών), που προσελκύει η ελληνική οικονομία (από χώρες είτε εντός, είτε εκτός της ΕΕ) είναι χαμηλότερο και από το αντίστοιχο των κατοίκων της χώρας.
Στον αντίποδα βρίσκεται η Ολλανδία που φαίνεται να αποτελεί κορυφαίο πόλο έλξης για το εργατικό δυναμικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης με πανεπιστημιακή μόρφωση! Αντίστοιχα πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η περίπτωση της Ιρλανδίας που, πριν την εκδήλωση της κρίσης (τα στοιχεία στο διάγραμμα αφορούν το 2009), αποτέλεσε πόλο έλξης ανθρώπινου κεφαλαίου τόσο από χώρες εντός, όσο και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Διάγραμμα 1: Ποσοστό του εθνικού και του μεταναστευτικού πληθυσμού ηλικίας 30 έως 34 ετών κάθε χώρας που έχει συμμετάσχει σε τριτοβάθμια εκπαίδευση (στοιχεία 2009).

Πηγή: Eurostat, Indicators of immigrant integration, 2011.
Το συμπέρασμα των παραπάνω μόνο αισιόδοξο δεν μπορεί να είναι: Οι εγγενείς αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, επιβαρυμένες από την παρούσα κρίση, καθιστούν τη χώρα ανίκανη να προσελκύσει κατάλληλα εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό από το εξωτερικό, τη στιγμή που κινδυνεύει να απολέσει το ποιοτικότερο μέρος του ανθρώπινου κεφαλαίου της. Η κατάσταση αυτή, γνωστή στη βιβλιογραφία ως «brain drain», καταδικάζει την ελληνική οικονομία σε χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας της εργασίας, εγκαινιάζοντας έναν φαύλο κύκλο χαμηλών επιπέδων επενδύσεων και (συνεπώς, περαιτέρω) χαμηλής παραγωγικότητας.
Υπό τις παρούσες συνθήκες δύο μόνο επιλογές μπορούν να ενισχύσουν τη διεθνή θέση της χώρας σε επίπεδο ανταγωνιστικότητας: Η πρώτη αφορά την υλοποίηση επενδύσεων που θα επιτρέψουν την εδώ αξιοποίηση του διαθέσιμου δυναμικού καθιστώντας ελκυστική επιλογή την επιστροφή του διαφυγόντος στο εξωτερικό ανθρώπινου κεφαλαίου. Η αντιστροφή της σημερινής τάσης και η συσσώρευση ανθρώπινου κεφαλαίου στην ελληνική οικονομία, με τη σειρά της, θα εγκαινιάσει έναν «ενάρετο κύκλο» νέων επενδύσεων, περαιτέρω συσσώρευσης ανθρώπινου κεφαλαίου κ.ο.κ.
Μόνη εναλλακτική επιλογή αποτελεί η πρόσφατα δοκιμασμένη συνταγή εσωτερικής υποτίμησης, η οποία όμως, με τη σειρά της, αναμένεται να ωθήσει περισσότερους στην επιλογή της φυγής, διαιωνίζοντας τον φαύλο κύκλο που περιγράφηκε παραπάνω.
Κώστας Στρατής
Υποψήφιος Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών