
Σύμφωνα με τον Οργανισμό Ελέγχου και Πιστοποίησης Βιολογικών Προϊόντων και την ηλεκτρονική διαδικτυακή βιβλιοθήκη ‘Πράσινη Χημεία’, η τάση των αναπτυγμένων όσο και των αναπτυσσομένων κρατών είναι να ενισχύουν σημαντικά την ανάπτυξη της πράσινης οικονομίας και της πράσινης επιχειρηματικότητας. Ο στόχος είναι διπλός: αφενός η βελτίωση των περιβαλλοντικών δεικτών και αφετέρου η τόνωση της οικονομίας και της απασχόλησης, με την μετεξέλιξη στη λεγόμενη «green collar economy».
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, στο τέλος του 2011 δραστηριοποιούνταν στον κλάδο 18.415 βιοκαλλιεργητές, 1.506 μεταποιητές, 5 εισαγωγείς και 27 χονδρέμποροι-διακινητές. Όπως προκύπτει από τον πίνακα που παρατίθεται, η πλειοψηφία των εκμεταλλεύσεων (46,4% ή 10.640 εκμεταλλεύσεις), αφορά στην καλλιέργεια ελιάς. Το 21% των βιολογικών εκμεταλλεύσεων βρίσκονται στη Δυτική Ελλάδα, το 16% στη Πελοπόννησο, το 12% στο Β. Αιγαίο, το 11% στη Θεσσαλία, το 10,3% στην Κεντρική Μακεδονία, το 7,9% στην Κρήτη και ακολουθούν οι λοιπές περιοχές της Ελλάδας.
Οι προοπτικές της εγχώριας οικονομίας για την περαιτέρω ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας είναι θετικές, αφού εκτός των ευνοϊκών κλιματολογικών και εδαφολογικών συνθηκών σε αρκετές περιοχές της χώρας και της αυξανόμενης διεθνούς ζήτησης, υπάρχει έντονο ενδιαφέρον για επιχειρηματική δραστηριοποίηση στον κλάδο. Στα συμπεράσματα αυτά καταλήγει η σχετική έκθεση που εκπόνησε η Τρ. Πειραιώς.

Πηγή: Τράπεζα Πειραιώς, 2013
Ειδικότερα, την περίοδο 2009-2011 οι περισσότερες εταιρείες παραγωγής βιολογικών προϊόντων είχαν ικανοποιητικό περιθώριο μικτού κέρδους ωστόσο το περιθώριο λειτουργικού κέρδους ήταν μόνιμα αρνητικό. Η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων προ φόρων που ήταν χαμηλή τα 2 προηγούμενα χρόνια, έγινε αρνητική το 2011 ενώ την ίδια εξέλιξη παρουσίασε και το καθαρό περιθώριο κέρδους, ως απόρροια της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης. Τα σημαντικότερα προβλήματα που περιορίζουν την ανάπτυξη είναι οι χαμηλότερες αποδόσεις σε σχέση με τη συμβατική γεωργία, η έλλειψη τεχνογνωσίας, η υψηλή εξάρτηση της παραγωγής από τις επιδοτήσεις, το μικρό μέγεθος και το περιορισμένο εύρος της εγχώριας αγοράς και οι υψηλές τιμές που περιορίζουν τη διεύρυνση της.
Ωστόσο, οι προοπτικές της ελληνικής αγοράς παραμένουν θετικές. Τα βιολογικά προϊόντα έχουν αυξανόμενο βαθμό ελκυστικότητας λόγω των διατροφικών σκανδάλων και της ευαισθησίας που επιδεικνύουν οι καταναλωτές σε θέματα υγείας και θα μπορούσαν να συμβάλουν στη μείωση της ανεργίας. Παράλληλα, η ανάπτυξη της διεθνούς αγοράς βιολογικών προϊόντων συνεχίζεται με υψηλούς ρυθμούς. Σύμφωνα με την ICAP, η παγκόσμια ζήτηση βιολογικών προϊόντων προέρχεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της (>90%) από τις ανεπτυγμένες χώρες της Β. Αμερικής και της Ευρώπης, με σημαντικότερες αγορές το 2011 τις ΗΠΑ με 21 δις. δολάρια, τη Γερμανία με 6,6 και τη Γαλλία με 3,8 δις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η διείσδυση των βιολογικών στη συνολική κατανάλωση τροφίμων είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη. Το συνολικό μέγεθος της Ελληνικής αγοράς εκτιμάται σε λιγότερο από 200 εκ. ευρώ, εκ των οποίων περισσότερο από 60% αφορά εισαγόμενα βιολογικά τρόφιμα που θα μπορούσαν εύκολα να παραχθούν στη χώρα μας.
Ανδρέας Ευθυμιόπουλος, Msc
Οικονομολόγος