
Γίνεται πολύς λόγος, και δικαίως, για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, τις ανάγκες, τα προβλήματα και τη σημασία της. Ωστόσο, η ουσία της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, τα μαθήματα, σπάνια θίγεται. Κι όταν αναφερόμαστε στα μαθήματα εννοούμε, εδώ, τις διαλέξεις (τα εργαστήρια αποτελούν ένα εντελώς ξεχωριστό κεφάλαιο). Το ζήτημα με τις διαλέξεις, το οποίο θα πρέπει να απασχολεί κάθε διδάσκοντα, δεν είναι τόσο (ή μόνο) η επιστημονικότητά τους. Είναι και ο τρόπος που γίνονται, ο οποίος πλέον συνδέεται ξεκάθαρα και με τη σκοπιμότητά τους. Την εποχή των υπολογιστών, όπου στην πλειοψηφία τους τα μαθήματα μπορούν να γίνονται μέσω μιας οθόνης και με διάφορους τρόπους, είναι απαραίτητο να γίνονται διαλέξεις;
Στο θέμα αυτό ο Donald Clark, σε πρόσφατο δημοσίευμα στον Guardian, δίνει δέκα λόγους, οι οποίοι θέτουν σε σοβαρή αμφισβήτηση τη διεξαγωγή των διαλέξεων με τον κλασικό τρόπο. Αυτοί είναι:
1. Η διδακτική ώρα: Η ώρα των εξήντα λεπτών δεν συνδέεται με την ψυχολογία της εκπαίδευσης.
2. Παθητικοί ακροατές: Όταν οι φοιτητές δεν συμμετέχουν ενεργά, τότε, βάσει ερευνών, η μαθησιακή διαδικασία έχει μειωμένη αποτελεσματικότητα.
3. Μείωση προσοχής: Μετά τα 10-20 λεπτά μειώνεται η ικανότητά μας για διατήρηση των πληροφοριών.
4. Σημειώσεις: Σπάνια οι φοιτητές διδάσκονται πώς να κρατούν σημειώσεις, οπότε μειώνεται η αποτελεσματικότητά τους.
5. Αναπηρίες: Ακόμα και τα μικρότερα προβλήματα στην ακοή, τη γλώσσα κτλ. μπορούν να καταστήσουν αναποτελεσματική μια διάλεξη, καθώς θα υπάρχει αδυναμία προσοχής.
6. Μόνο μία φορά: Τις περισσότερες φορές, αν κάτι δεν γίνει κατανοητό, δεν υπάρχει η δυνατότητα για τον φοιτητή να το σκεφτεί καλύτερα (λόγω έλλειψης χρόνου) και, κάποιες φορές, δεν υπάρχει καν η δυνατότητα να ζητήσει εξηγήσεις.
7. Γνωσιακή υπερφόρτωση: Συχνά οι διδάσκοντες δίνουν πάρα πολλές πληροφορίες ή λεπτομέρειες, με αποτέλεσμα να μην μπορούν οι φοιτητές να τις επεξεργαστούν.
8. Η τυραννία της τοποθεσίας: Οι φοιτητές πρέπει να πάνε σε ένα συγκεκριμένο μέρος για να παρακολουθήσουν μια διάλεξη, το οποίο μπορεί να βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από το σπίτι τους.
9. Η τυραννία της ώρας: Οι φοιτητές θα πρέπει να εμφανίζονται συγκεκριμένη ώρα για να παρακολουθήσουν το μάθημα.
10. Φτωχή προσωπικότητα: Ο διδάσκων δεν έχει ούτε την προσωπικότητα ούτε τις δεξιότητες για να κρατήσει την προσοχή των φοιτητών.
Η προβληματική όμως σχετικά με τις διαλέξεις δεν σταματάει εδώ. Το πρόβλημα, σε τελική ανάλυση, δεν είναι τόσο το αν είναι προτιμότερο να καταγράφονται οι διαλέξεις και να παρέχονται ηλεκτρονικά, όπως προτείνει ο Donald Clark. Το ζήτημα είναι αν η διάλεξη καθαυτήν έχει τη δυναμική να προσελκύσει τους φοιτητές. Μια διάλεξη είναι αποτελεσματική όταν έχει επιτύχει το μέγιστο δυνατό βαθμό αφοσίωσης από τους φοιτητές. Για να γίνει αυτό, ορισμένες φορές, δεν αρκεί να ανεβεί κάποιος στην έδρα και να αρχίσει να μιλάει διαβάζονται ενίοτε γράμμα προς γράμμα τις σημειώσεις του. Χρειάζεται να γνωρίζει ορισμένες «τεχνικές» που θα καταστήσουν μια επιστημονική διάλεξη ενδιαφέρουσα για εκείνους που επιζητούν την επιστημονικότητα του συγκεκριμένου τομέα. Ορισμένες από αυτές τις «τεχνικές» είναι οι ακόλουθες:
1. Εναρκτήρια ερώτηση: Μια ερώτηση που γίνεται πριν αρχίσει η διάλεξη βοηθάει τον διδάσκοντα να μάθει τι σκέπτονται οι διδασκόμενοι. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να προσαρμόσει τη διδασκαλία του ανάλογα.
2. Παρουσίαση ζητημάτων: Μπορεί επίσης ο διδάσκων να αρχίσει το μάθημα θέτοντας κάποιο πρόβλημα και ζητώντας από τους φοιτητές τη γνώμη τους. Όπως και προηγουμένως, αυτό θα τον βοηθήσει να προσαρμόσει το μάθημά του ανάλογα.
3. Παρώθηση για συμμετοχή: Είναι σημαντικό να διαμορφώσει ο διδάσκων το κατάλληλο περιβάλλον, ώστε οι φοιτητές να αντιληφθούν πως όχι μόνο έχουν τη δυνατότητα αλλά και είναι ευπρόσδεκτο το να συμμετάσχουν. Σημαντικό, εδώ, είναι το να μην ασκεί ο διδάσκων αρνητική κριτική στα όσα λένε οι φοιτητές, γιατί θα τους αποθαρρύνει.
4. Να επιδιώκεται η αντίθετη άποψη: Θα πρέπει ο διδάσκων να επιδιώκει την αντίθετη άποψη, αλλά και ερωτήσεις. Έτσι θα υπάρξουν ζωηρές συζητήσεις που μόνο καλό αποτέλεσμα θα έχουν.
5. Συμμετοχή στις απαντήσεις: Όταν κάποιος κάνει μια ερώτηση, πριν ο διδάσκων δώσει την απάντηση, να ρωτήσει αν κανείς ξέρει να δώσει μια απάντηση.
6. Συχνές ερωτήσεις: Είναι καλό να γίνονται από τον διδάσκοντα όσο γίνεται περισσότερες ερωτήσεις, ώστε το μάθημα να έχει μια διαλογική μορφή. Το βασικό εδώ είναι να υπάρξει η συμμετοχή στο μάθημα και όχι να αναζητά ο διδάσκων τη σωστή απάντηση.
7. Αλλαγή τρόπου: Να αλλάζει ο διδάσκων τον τρόπο παρουσίασης του μαθήματος. Για παράδειγμα, ανάλογα πάντα με το μάθημα, μπορεί να το χωρίζει σε ενότητες, να κάνει παρουσιάσεις, να προσκαλεί άλλους διδάσκοντες να μιλήσουν, να παρουσιάζει μελέτες περιπτώσεων κτλ.
8. Χρόνος για απορίες: Στο τέλος του μαθήματος, να αφήνει ο διδάσκων χρόνο για να κάνουν ερωτήσεις οι φοιτητές, προκειμένου να μη φύγουν από το μάθημα έχοντας βασικές απορίες.
9. Ερώτηση: Ο ίδιος ο διδάσκων μπορεί να θέσει μία ερώτηση μέσα από το υλικό που είχε μόλις διδάξει. Η απάντηση αυτή μπορεί να δοθεί είτε ατομικά είτε συλλογικά, οπότε θα συνεργαστούν και θα αφομοιώσουν καλύτερα το μάθημα.
10. Άσκηση του λεπτού: Εδώ ο διδάσκων μπορεί να ζητήσει να γράψουν οι φοιτητές το βασικό σημείο του μαθήματος, καθώς και κάποιες τυχόν απορίες. Αυτές μπορεί είτε να τις απαντήσει τότε είτε στο επόμενο μάθημα.
Σε κάθε περίπτωση, οι διαλέξεις δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά πάνω στη βάση της ουσίας των όσων θα μεταδοθούν. Εξίσου σημαντικός είναι και ο τρόπος, καθώς αυτός αποτελεί την ουσία της διδασκαλίας. Κι αν ο τρόπος δεν είναι ο κατάλληλος, τότε οι φοιτητές θα χάσουν και την ουσία του μαθήματος, αυτά δηλαδή που θέλει να μεταδώσει ο διδάσκων, οπότε το μάθημα θα έχει αποτύχει.
Μιχάλης Κατσιμίτσης, PhD