
Η εξασθένιση του ρυθμού ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας το 2012 και 2013 επιδείνωσε περαιτέρω το πρόβλημα της απασχόλησης των νέων. Η παρατεταμένη κρίση αναγκάζει τη νέα γενιά να είναι λιγότερο επιλεκτική στις θέσεις εργασίας που αποδέχεται, μια τάση που είχε αρχίσει να εκδηλώνεται και πριν από την κρίση. Ένας αυξανόμενος αριθμός νέων στρέφεται στη μερική απασχόληση, ενώ πολλοί μένουν εγκλωβισμένοι σε προσωρινές μορφές εργασίας. Στην Ευρώπη το ποσοστό των νέων που εργάζονταν με συμβάσεις μερικής απασχόλησης ανερχόταν σε 25% το 2011, ενώ το 40,5% εργαζόταν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
Οι περιοχές, όπου το πρόβλημα της ανεργίας των νέων είναι εντονότερο, είναι οι Ανεπτυγμένες Οικονομίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Μέση Ανατολή και η Βόρεια Αφρική. Από το 2008 μέχρι και το 2012 το ποσοστό ανεργίας συγκεκριμένα για τις Ανεπτυγμένες Οικονομίες και την Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε σχεδόν κατά 25% με αποτέλεσμα το 2012 να ανέλθει σε 18,1%, το υψηλότερο των τελευταίων δύο δεκαετιών. Σε αριθμούς, αυτό σημαίνει ότι τα τελευταία τέσσερα χρόνια οι άνεργοι στις περιοχές αυτές αυξήθηκαν περισσότερο από 2 εκατομμύρια. Σημειωτέον ότι, εάν προστεθεί το ποσοστό (3,1%) απογοήτευσης των νέων (η απογοήτευση συνεπάγεται παραίτηση από την αναζήτηση εργασίας), τότε το ποσοστό ανεργίας των νέων ανέρχεται σε 21,2%. Οι προβλέψεις για τη μελλοντική εξέλιξή του είναι αρκετά δυσοίωνες, καθώς δεν αναμένεται να πέσει κάτω από 17% πριν το 2015, ενώ το 2018 προβλέπεται να βρίσκεται κοντά στο 15,9%.
Στο 75% των χωρών που συγκαταλέγονται στις Ανεπτυγμένες Οικονομίες η ανεργία των νέων υπερβαίνει το 15%, ενώ στην Ελλάδα και την Ισπανία πάνω από ένας στους δύο νέους είναι άνεργοι. Και στις υπόλοιπες χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης, όμως, οι άνεργοι νέοι έχουν αυξηθεί κατακόρυφα από το ξέσπασμα της κρίσης και μετά. Αντίθετα, η Γερμανία συνιστά τη μοναδική ευρωπαϊκή οικονομία, η οποία αύξησε την απασχολησιμότητα των νέων της τη δύσκολη αυτή οικονομική συγκυρία (Διάγραμμα 1).
Διάγραμμα 1. Ποσοστά ανεργίας των νέων στις ανεπτυγμένες οικονομίες, 2008-2012 (δεύτερο τρίμηνο, %)
Πηγή: OECD.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η εξέταση της ανεργίας των νέων ανά εκπαιδευτικό επίπεδο. Για τις χώρες που παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα και για το διάστημα 2008-2011, τη μεγαλύτερη άνοδο (10%) σημείωσε η ανεργία των νέων πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ακολουθούν οι νέοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, για τους οποίους η αύξηση ήταν της τάξης του 8%, ενώ η ανεργία για τους νέους ανώτατου εκπαιδευτικού επιπέδου αυξήθηκε κατά 6,8%. Κι ενώ στην πλειονότητα των χωρών το ποσοστό των ανέργων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι χαμηλότερο από το αντίστοιχο των υπόλοιπων εκπαιδευτικών επιπέδων, στην Ελλάδα ισχύει το αντίστροφο, με την ανεργία των νέων πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης να είναι αρκετά χαμηλότερη από εκείνη των νέων υψηλού μορφωτικού επιπέδου (43,3% έναντι 48,6%).
Πίνακας 1. Ποσοστό άνεργων νέων ανάλογα με το επίπεδο εκπαίδευσης (2008-2011)
Πηγή: Eurostat, Ίδιοι υπολογισμοί.
Όπως αποδεικνύουν εμπειρικές μελέτες, η ανεργία σε νεαρή ηλικία επηρεάζει αρνητικά όχι μόνο τις προοπτικές απασχόλησης και αποδοχών αλλά και την υγεία, καθώς και το βαθμό ικανοποίησης από την εργασία για τις επόμενες δύο δεκαετίες. Παράλληλα, αυξάνει τον κίνδυνο μελλοντικής ανεργίας ή παρατεταμένης περιόδου ασταθούς απασχόλησης. Για τους λόγους αυτούς είναι επιτακτική η ανάγκη λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της ανεργίας αυτού του είδους. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας (ILO), οι κυβερνήσεις των χωρών θα πρέπει να λάβουν μέτρα ως προς τα εξής:
υιοθέτηση οικονομικών πολιτικών που θα αυξήσουν τη συναθροιστική ζήτηση και θα βελτιώσουν την πρόσβαση σε χρηματοδότηση
εκπαίδευση και κατάρτιση, ώστε να διευκολυνθεί η μετάβαση από το σχολείο στην αγορά εργασίας και να μειωθεί η αναντιστοιχία δεξιοτήτων εργατικού δυναμικού και αναγκών της αγοράς εργασίας
εφαρμογή πολιτικών που θα στοχεύουν στην απασχόληση των νέων που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση
επιχειρηματικότητα, προκειμένου να βοηθηθούν οι νέοι μελλοντικοί επιχειρηματίες
διασφάλιση ότι οι νέοι έχουν ίση μεταχείριση και τα δικαιώματα που τους αναλογούν στην εργασία τους.
Νικολέτα Δανιηλοπούλου, MSc
Οικονομολόγος
