
Σύμφωνα με σχετική μελέτη του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop) για τη ζήτηση και την προσφορά δεξιοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η ζήτηση, όπως μετράται βάσει συγκεκριμένων τυπικών προσόντων των εργαζομένων, αναμένεται ότι, έως το 2020, θα αυξηθεί. Η αλλαγή του μοντέλου απασχόλησης σε πολλούς κλάδους, κυρίως στον τομέα υπηρεσιών, σε συνδυασμό με τις τεχνολογικές αλλαγές που ευνοούν την εξειδίκευση αναμένεται ότι θα αυξήσουν τη ζήτηση για άτομα υψηλού και μεσαίου επιπέδου προσόντων. Δεδομένου ότι ήδη το 40% των Ευρωπαίων ηλικίας 30-34 ετών διαθέτει πλέον πτυχίο ανώτερης εκπαίδευσης, το σκέλος της προσφορά εργασίας από τους εργαζομένους με υψηλά τυπικά προσόντα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Είναι γεγονός ότι εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, η ζήτηση, προς το παρόν τουλάχιστον, υστερεί έναντι της προσφοράς. Ως αποτέλεσμα αυξάνεται ο ανταγωνισμός από πλευράς των εργαζομένων για τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας. Αυτό ωθεί αρκετούς εργαζομένους να αναλάβουν, έστω και βραχυπρόθεσμα, δουλειές κατώτερες των προσόντων τους. Υπό αυτές τις συνθήκες πιο εύκολα αποδέχεται ένας εργαζόμενος μια θέση εργασίας για την οποία έχει παραπάνω από τα ενδεδειγμένα προσόντα, ή, έστω και περιστασιακά, μία θέση μερικής απασχόλησης ή άλλη που προσφέρει λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες, π.χ. με χαμηλό μισθό. Ως αποτέλεσμα, όσοι έχουν περισσότερα προσόντα εκτοπίζουν ενίοτε τα άτομα με χαμηλή εξειδίκευση από τις θέσεις εργασίας που κανονικά θα κατείχαν. Εάν αυτό το φαινόμενο συνεχιστεί, ενδέχεται να μειώσει την παραγωγικότητα, καθώς τα άτομα αποθαρρύνονται στην εργασία τους και οι δεξιότητές τους καθίστανται απαρχαιωμένες, καθώς δεν χρησιμοποιούνται και δεν εξελίσσονται. Χαρακτηριστικό αποτελεί ότι ήδη περίπου 6,4 εκατομμύρια Ευρωπαίοι (ένας στους τρεις) εργάζονται σε δουλειά κατώτερη των τυπικών τους προσόντων. Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι θα εξακολουθήσουν να επιμένουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό μαρτυρά η πρόβλεψη του Cedefop βάσει της οποίας ο αριθμός των ατόμων με δεξιότητες πανεπιστημιακού επιπέδου θα εξακολουθήσει να αυξάνεται για όλες τις ηλικίες και αναμένεται, το 2020, να διαμορφωθεί στο 34% περίπου του συνολικού εργατικού δυναμικού.
Ένα άρτια καταρτισμένο εργατικό δυναμικό με υψηλή εξειδίκευση είναι ένας εκ των σημαντικών παραγόντων, εάν όχι ο σημαντικότερος, για την άνοδο της παραγωγικότητας, της μείωσης του κόστους και, κατά συνέπεια, της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας. Αναμφίβολα αυτό δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μείωση του αριθμού των εργαζομένων που απαιτούνται για την παραγωγή της ίδιας ή και μεγαλύτερης ποσότητας αγαθών. Η απόκτηση επιπλέον επαγγελματικών προσόντων από έναν εργαζόμενο, η οποία αποτελεί επιλογή του, είναι σημαντική παράμετρος για την παραμονή του στο σκέλος της προσφοράς στην αγορά εργασίας (άλλοι παράγοντες δύναται να είναι: οι δομές παροχής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι ατομικές προσδοκίες, η μετανάστευση του εργατικού δυναμικού κ.λπ.). Το γεγονός ότι η ΕΕ έχει μέχρι στιγμής επιτύχει τους στόχους της «κερδίζοντας το στοίχημα» στο πεδίο των επαγγελματικών προσόντων του εργατικού δυναμικού αποτελεί θετική είδηση και αναμφίβολα σημαντικό παράγοντα οικονομικής ανάκαμψης. Ωστόσο, θα χρειαστεί να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες για να μειωθούν οι αναντιστοιχίες μεταξύ προσόντων και θέσεων εργασίας, προκειμένου να αξιοποιήσει αποτελεσματικά η Ευρώπη το εργατικό δυναμικό της, το πιο καταρτισμένο και ταλαντούχο εργατικό δυναμικό της ιστορίας της.
Ανδρέας Ευθυμιόπουλος, Msc
Οικονομολόγος