Πάνω από 200 E-Learning Προγράμματα

Η υπνική λειτουργία (1)

Εξετάζοντάς τον από την οπτική της φαινομενολογίας της συμπεριφοράς, ο ύπνος μπορεί να οριστεί ως μια αναστρέψιμη κατάσταση αδράνειας του οργανισμού, κατά τη διάρκεια της οποίας η επεξεργασία των αισθητηριακών πληροφοριών είναι περιορισμένη, δεν υπάρχει σχεδιασμένη κινητική συμπεριφορά και βρίσκονται σε παύση οι τυπικές γνωστικές διαδικασίες, δηλαδή οι δεξιότητες σκέψης τις οποίες επιστρατεύουμε για την επεξεργασία και την αφομοίωση των πληροφοριών που προσλαμβάνουμε, όπως π.χ. η προσοχή, ο συνειδητός εκτελεστικός σχεδιασμός και ο έλεγχος. Κατά τη διάρκεια του ύπνου, οι διαδικασίες που σχετίζονται με την εγρήγορση, τον αντίποδα του ύπνου, σταματούν. Ο ύπνος εντούτοις δεν είναι μόνο η απουσία εγρήγορσης, αλλά αποτελεί μία βασική λειτουργική κατάσταση του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΚΝΣ), που χαρακτηρίζεται από σαφώς καθορισμένες διαδικασίες και αντιστοιχεί στο 1/3 του συνολικού χρόνου ζωής του ανθρώπου.

Ο σκοπός που εξυπηρετεί ο ύπνος και οι λόγοι για τους οποίους κοιμόμαστε, δεν έχουν εξακριβωθεί. Ένας τρόπος για να μελετήσουμε τη λειτουργία του είναι να ερευνήσουμε τα επιμέρους χαρακτηριστικά των διαδικασιών που απαρτίζουν τη δομή του. Από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα έχει ξεκινήσει η συστηματική μελέτη της δομής του ύπνου και των κιρκαδιανών και ομοιοστατικών διαδικασιών που εμπλέκονται στη ρύθμισή του, καθώς και των τρόπων με τους οποίους αυτές αλληλοεπηρεάζονται.

Το κυρίαρχο μοντέλο που προσπαθεί να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούν οι ομοιοστατικές και οι κιρκαδιανές λειτουργίες που ρυθμίζουν τον ύπνο αποτελεί «το μοντέλο των δύο διαδικασιών» του Borbély (1982). Το μοντέλο αυτό θεωρεί ότι υπάρχει μία ομοιοστατική διαδικασία (διαδικασία S, από το sleep), που αντιπροσωπεύει την αυξανόμενη πίεση για την εμφάνιση του ύπνου (νύστα) , η οποία αυξάνει κατά την εγρήγορση και μειώνεται κατά τον ύπνο, η οποία αλληλεπιδρά με μία κιρκαδιανή 24ωρη διαδικασία (διαδικασία C, από το circadian), η οποία είναι ανεξάρτητη από την προηγούμενη ποσότητα ύπνου του οργανισμού και σχετίζεται με τη λειτουργία του βιολογικού ρολογιού.

Ύπνος REM και ύπνος μη-REM

Η καθαυτή επιστημονική μελέτη του ύπνου ξεκίνησε τη δεκαετία του 1950 με την παρατήρηση της περιοδικής επέλευσης ταχειών οφθαλμικών κινήσεων (REM, από τα αρχικά rapid eye movements) κατά τη διάρκεια του ύπνου. Έκτοτε, η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη της εγκεφαλικής δραστηριότητας αποτελεί το βασικότερο εργαλείο στη μελέτη του ύπνου και έχει οδηγήσει στη διερεύνηση της αρχιτεκτονικής του, η οποία περιγράφεται με συγκεκριμένα κριτήρια.

Φαινομενολογικά ο ύπνος διακρίνεται σε δύο διαφορετικές φυσιολογικές καταστάσεις με βάση συγκεκριμένες ηλεκτροφυσιολογικές παραμέτρους: τον ύπνο REM (δηλαδή τον ύπνο με ταχείες οφθαλμικές κινήσεις) και τον ύπνο μη-REM (ΝREM, δηλαδή τον ύπνο χωρίς ταχείες οφθαλμικές κινήσεις), που εναλλάσσονται κατά τη διάρκεια του ύπνου. Οι δύο αυτές καταστάσεις απαντώνται σε όλα τα θηλαστικά και τα πτηνά, και διαχωρίζονται σαφώς μεταξύ τους όπως και οι δύο από την εγρήγορση.

Στον ύπνο REM και τον ύπνο μη-REM εμπλέκονται διαφορετικοί νευροφυσιολογικοί μηχανισμοί και παράγονται διαφορετικοί ηλεκτροεγκεφαλογραφικοί ρυθμοί. Ο ΝREM ύπνος, που συσχετίζεται με την ομοιοστατική διαδικασία, ρυθμίζεται από πολλαπλά συστήματα του στελέχους του εγκεφάλου και εμπλέκονται κυρίως θαλαμοφλοιϊκά κυκλώματα και το GABAεργικό σύστημα. Χαρακτηρίζεται από συγχρονισμένες ταλαντώσεις με μεγάλο εύρος/δυναμικό και αργή συχνότητα στο ΗΕΓ και παρατηρούνται χαρακτηριστικές ηλεκτροεγκεφαλογραφικές κυματομορφές.

Ο ύπνος REM αναφέρεται και ως «παράδοξος» ύπνος, διότι η εγκεφαλική δραστηριότητα, όπως καταγράφεται στο ΗΕΓ, προσομοιάζει με αυτήν της εγρήγορσης, δηλαδή με χαμηλό εύρος και ταχείς ρυθμούς. Στον ύπνο REM εμπλέκεται κυρίως το χολινεργικό σύστημα νευροδιαβιβαστών, και ρυθμίζεται από ένα σύστημα νευρώνων που εντοπίζεται στη γέφυρα του εγκεφάλου και στον προμήκη μυελό.

 

Δρ. Χαρά Τσέκου
Ψυχολόγος -Ψυχοθεραπεύτρια

 

 

Προγράμματα e-Learning

Uoa Gifts shop